ΚΑΛΕΣΤΕ ΣΤΟ 23310 63010 ΓΙΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΙΑ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗ

Οδοντιατρική Ορολογία

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΩΝ ΟΡΩΝ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ  ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ


Α - Γ

Άγκιστρο: είναι το  "γαντζάκι" που συνδέεται με το δόντι και συμβάλλει στη συγκράτηση μίας μερικής οδοντοστοιχίας

Αδαμαντίνη (σμάλτο): η σκληρή και λευκή ουσία που καλύπτει εξωτερικά τη μύλη του  δοντιού.

Ακροριζεκτομή:  χειρουργική επέμβαση που γίνεται στο άκρο της ρίζας ενός δοντιού προκειμένου να εξαλείψουμε  μία υπάρχουσα φλεγμονή.

Αμάλγαμα: ένα από τα  υλικά που χρησιμοποιούμε για την έμφραξη του δοντιού και αποτελείται από κράμα μετάλλων.

Αμμοβολή: μία  τεχνική που εφαρμόζεται για την αφαίρεση των χρωστικών των δοντιών. 

Ανατολή δοντιών: η διαδικασία εμφάνισης ενός δοντιού στη στοματική κοιλότητα.

Ανιχνευτήρας: μυτερό οδοντιατρικό εργαλείο το οποίο χρησιμοποιούμε για να εξετάζουμε τις επιφάνειες των δοντιών.

Απόξεση φατνίου: η αφαίρεση του νεκρωμένου ιστού από το εσωτερικό ενός φατνίου.

Αποτρύγωση :  ο επαγγελματικός καθαρισμός των δοντιών.

Απόστημα (οδοντικό): η φλεγμονή που συνήθως προσβάλλει ένα δόντι με προχωρημένη τερηδόνα. Συχνά συνοδεύεται από οίδημα (πρήξιμο) και άλλα δυσάρεστα συμπτώματα.

Απόστημα (περιοδοντικό): παρόμοια με την παραπάνω φλεγμονή αλλά συνήθως πιο ήπιας μορφής. Δεν οφείλεται σε τερηδόνα αλλά σε φλεγμονή του περιοδοντίου.

Βιοψία: η αφαίρεση μικρού τεμαχίου ενός ιστού προκειμένου να εξεταστεί στο μικροσκόπιο.

Βρουξισμός: το σφίξιμο των δοντιών, συνήθως κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Γέφυρα: μία κατασκευή που αντικαθιστά ένα ή περισσότερα ελλείποντα δόντια.

Γνάθος: το σαγόνι. Διακρίνεται σε άνω και κάτω γνάθο.

Γομφίοι (τραπεζίτες): μία από τις 4 ομάδες των δοντιών .



Δ - Λ

Δευτερογενής τερηδόνα: η τερηδόνα που εμφανίζεται γύρω ή κάτω από μία αποκατάσταση (π.χ. έμφραξη).

Δυσχρωμία (οδόντων): 
η αλλαγή του φυσικού χρώματος ενός δοντιού.

Δυσλειτουργία της κροταφογναθικής άρθρωσης: 
ο όρος που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε ορισμένες διαταραχές στις αρθρώσεις των γνάθων ή στους μύες που ελέγχουν τις κινήσεις τους.

Έγκλειστο (δόντι): ένα δόντι το οποίο βρίσκεται μέσα στο οστό της γνάθου και δεν έχει ανατείλει καθόλου στο στόμα.

Έμφραξη (σφράγισμα): η διαδικασία αναπλήρωσης του κατεστραμμένου τμήματος ενός δοντιού με την χρήση ειδικών υλικών. 

Εμφυτεύματα (οδοντικά): μεταλλικοί κοχλίες ειδικής κατασκευής που τοποθετούνται χειρουργικά στο οστό της γνάθου στη θέση δοντιών που χάθηκαν. 

Ενδιάμεσο: το κάθε τεχνητό δόντι μιας γέφυρας.

Ενδοδοντική θεραπεία (απονεύρωση): η θεραπεία που ακολουθείται όταν μολυνθεί ο πολφός ενός δοντιού από τερηδόνα, από κάταγμα κ.λ.π.

Ελκονεκρωτική ουλίτιδα: ειδική φλεγμονή των ούλων. 

Ημιέγκλειστο (δόντι): ένα δόντι το οποίο βρίσκεται εν μέρει μέσα στο οστό της γνάθου.

Ιατρικό ιστορικό: το ειδικό ερωτηματολόγιο που  αφορά τη γενική κατάσταση της υγείας του ασθενή.

Κροταφογναθική διάρθρωση : η άρθρωση που ενώνει το οστό της γνάθου με το κρανίο.

Κυνόδοντες: μία από τις 4 ομάδες των δοντιών.

Κύστη: σάκος γεμάτος υγρό.

Λεύκανση (οδόντων): μέθοδος αλλαγής του χρώματος ενός δοντιού για αισθητικούς λόγους.


Μ - Ξ

Μεσοδόντια διαστήματα: τα διαστήματα ανάμεσα στα δόντια.

Μερική οδοντοστοιχία: μία τεχνητή και κινητή αποκατάσταση η οποία τοποθετείται σε περιπτώσεις απώλειας ορισμένων δοντιών όταν η κατασκευή γέφυρας δεν είναι εφικτή.

Μύλη (οδόντος): το τμήμα του δοντιού που είναι ορατό στο στόμα.

Νάρθηκας νυχτός: συσκευή από ειδικό υλικό που τοποθετείται στα άνω και κάτω δόντια κατά τη διάρκεια του ύπνου για να αποτρέψει την αποτριβή τους

Νάρθηκας (οδοντικός): ειδική συσκευή που τοποθετείται επάνω στα δόντια για διάφορους λόγους (π.χ. για λεύκανση, για προστασία των δοντιών στα σπορ κ.λ.π.).

Νεογιλά (δόντια): τα πρώτα δόντια του ανθρώπου, είκοσι συνολικά.

Νήμα (οδοντικό): συμπληρωματικό μέσο στοματικής υγιεινής. Πολύτιμο για την αφαίρεση της πλάκας που συσσωρεύεται στα μεσοδόντια διαστήματα.

Νωδότητα: η κατάσταση απώλειας ενός ή περισσοτέρων δοντιών. Αν χαθούν όλα τα δόντια τότε μιλάμε για ολική νωδότητα ενώ αν χαθεί ένας ορισμένος αριθμός δοντιών μιλάμε για μερική νωδότητα.

Ξηροστομία: η μειωμένη έκκριση σάλιου στο στόμα.

Ξυλοκαϊνη: ένα από τα ευρέως χρησιμοποιούμενα αναισθητικά.

Ο - Π

Οδοντιατρικό ιστορικό: το ερωτηματολόγιο που  αφορά την κατάσταση της υγείας των δοντιών και των γύρω ιστών.

Οδοντίνη: μία από τις σκληρές ουσίες του δοντιού. 
Βρίσκεται ανάμεσα στην αδαμαντίνη και τον πολφό.

Οίδημα: το κοινώς λεγόμενο πρήξιμο.. 

Ολική οδοντοστοιχία: μία τεχνητή και κινητή αποκατάσταση που τοποθετείται σε περιπτώσεις απώλειας όλων των δοντιών.

Οστεϊνη: μία από τις σκληρές ουσίες του δοντιού που καλύπτει τη ρίζα.

Ουδέτερο στρώμα: μία ειδική ουσία που τοποθετείται κάτω από μία έμφραξη ή στεφάνη προκειμένου να προστατέψει τον πολφό του δοντιού.

Ουλεκτομή: μία χειρουργική επέμβαση με την οποία αφαιρείται ένα τμήμα των ούλων.

Ουλίτιδα: φλεγμονή που προσβάλει τα ούλα και χαρακτηρίζεται από συμπτώματα όπως αιμορραγία κατά το βούρτσισμα και ερυθρότητα.

Ουλοδοντική σχισμή: είναι η σχισμή που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα δόντια και στα ούλα.

Περιοδόντιο: το σύνολο των ιστών που περιβάλλουν κάθε δόντι.

Περιοδοντίτιδα: η φλεγμονή του περιοδοντίου.

Περιστεφανίτιδα: η φλεγμονή που αναπτύσσεται γύρω από έναν ημιέγκλειστο σωφρονιστήρα (φρονιμίτη).

Πλάκα (οδοντική): μία μαλακή και άμορφη μάζα που συσσωρεύεται στα δόντια μετά από κάθε γεύμα. Μπορεί να αφαιρεθεί από τον ασθενή με σωστό βούρτσισμα.

Πολφίτιδα: η φλεγμονή του πολφού ενός δοντιού.

Πολφός (οδοντικός): η μοναδική μαλακή ουσία του δοντιού. Βρίσκεται στο κέντρο του δοντιού και είναι υπεύθυνος για την πλάση, την αίσθηση, τη θρέψη και την άμυνα του δοντιού.

Προγόμφιοι: μία από τις 4 ομάδες των δοντιών.

Προληπτική έμφραξη (sealant): η τοποθέτησης λεπτόρρευστης ουσίας στις αύλακες και σχισμές ενός δοντιού



Ρ - Σ

Ρίζα (οδόντος): το τμήμα του δοντιού που βρίσκεται κάτω από τα ούλα και μέσα στο οστό της γνάθου.

Σιελόρροια: η αυξημένη παραγωγή σάλιου.

Στελεχιαία αναισθησία: η αναισθητοποίηση ενός μεγάλου νευρικού στελέχους, με αποτέλεσμα να μουδιάζει μία μεγάλη περιοχή του στόματος.

Στεφάνη (θήκη): ένα είδος τεχνητής μύλης που κατασκευάζεται και τοποθετείται σε ένα δόντι για να το προστατεύσει από σπάσιμο ή τερηδονισμό.

Σωφρονιστήρας: ο λεγόμενος φρονιμίτης, δηλαδή ο τρίτος κατά σειρά γομφίος.

Στίλβωση (οδόντων): το γυάλισμα των δοντιών. Συνήθως γίνεται με τη χρήση ειδικής πάστας.

Στήριγμα: το κάθε δόντι στο οποίο στηρίζεται μία γέφυρα.

Στοματικό διάλυμα: υγρό ειδικής σύνθεσης που χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικό μέσο στοματικής υγιεινής. 

Σύνθετη ρητίνη: μία ειδική πάστα που χρησιμοποιείται ως υλικό έμφραξης.


Τ - Ω

Τερηδόνα: πάθηση των σκληρών ιστών του δοντιού και κυριότερη αιτία καταστροφής του.

Τομείς (κοπτήρες): μία από τις 4 ομάδες των δοντιών.

Τρυγία (πέτρα): ουσία ανάλογη της πλάκας αλλά με σκληρή σύσταση. Δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον ασθενή με το βούρτσισμα.

Υδράργυρος: ένα από τα συστατικά του αμαλγάματος.

Υφίζηση: ο όρος που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την υποχώρηση των ούλων.

Φατνιακό οστό: το οστό που περιβάλλει τις ρίζες των δοντιών.

Φατνίο: ειδική υποδοχή στο οστό της γνάθου μέσα στην οποία είναι τοποθετημένο το δόντι.

Φθόριο: χημικό στοιχείο που βοηθά στην καταπολέμηση της τερηδόνας.

Φθορίωση :  η διαδικασία ενίσχυσης ενός ή περισσοτέρων δοντιών με φθόριο για την καταπολέμηση της τερηδόνας .


Ακολουθήστε μαζί μας την εξέλιξη της Οδοντιατρικής  πατώντας like και share στη σελίδα μας στο Facebook


Συνδεθείτε μαζί μας

 

Επικοινωνία

  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
  23310 63010
  23310 63010
  Μητροπόλεως 41 Βέροια